
Τα πυροτεχνήματα και οι δυναμίτες, δε σταμάτησαν ούτε επί
χούντας, παρά την αυστηρότατη αστυνόμευση και το στρατιωτικό νόμο που είχαν
επιβληθεί, μάλιστα στην ενορία του Παπα-Μπουρλοτιέρη, παρ' ολίγον να τρελαθεί ο
χωροφύλακας που είχε την ευθύνη της ενορίας. Αστυνόμευε στην πλατεία και
έπεφταν βαρελότα στην άλλη πλευρά, πίσω από το Ιερό της Εκκλησίας, έτρεχε να
πιάσει πίσω από την εκκλησία αυτόν που έριχνε τα βαρελότα και δεν έβρισκε
κανέναν, όμως όσο χρονικό διάστημα έφευγε από την πλατεία, γινόταν της
''Βαγδάτης'', ξαναγύριζε στην πλατεία, όλοι ''κύριοι'' και χαμός πίσω από το
Ιερό! Πηγαινοερχόταν αρκετές φορές, χωρίς αποτέλεσμα και στο τέλος αποφάσισε, να
συλλάβει αυτόν, που του έκανε ''χαλάστρα'' (αντιπερισπασμό) πίσω από το Ιερό,
κρύφτηκε και περίμενε, τότε έκπληκτος βλέπει τον θρυλικό Παπα-Μπουρλοτιέρη, να
παίρνει βαρελότα, μέσα από ένα τελάρο, που είχε κρυμμένο κάτω από την Αγία
Τράπεζα και να τα ρίχνει πίσω από το Ιερό. Κάνει το σταυρό του, σκέφτεται ότι
αδυνατεί να συλλάβει τον Ιερέα και να μην αναστήσουν οι πιστοί, άσε που, αν
έκανε τέτοια κίνηση, θα του πετούσαν πάνω του όλα τα βαρελότα που είχαν...
Απομακρύνθηκε σε μια γωνιά της πλατείας και χάρηκε και αυτός το Πάσχα σαν
κοινός θνητός (ανάλογα με την εξουσία που είχε εκείνη την εποχή), ακούγοντας
και τον Παπα-Στέλιο να φωνάζει εν μέσω Αναστάσιμων Ψαλμών, ''Βαράτε και τους
φάγαμε'' κοιτώντας προς την Ενορία της Παναγίας (Μητρόπολη) που ήταν και ο κυριότερος
''αντίπαλος'' του ο Παπα-Μίμης, δεν είναι τυχαίο που το κανόνι, από κάποιο
τσακώνικο μπρίκι (πλοίο) του 1821, το είχε τοποθετήσει, πάνω σε ένα κυπαρίσσι
και στόχευε τη Μητρόπολη (υπάρχει και σήμερα).